
Σημαντικές
εξελίξεις
λαμβάνουν
χώρα
σε
σχέση
με
το
ελληνικό
δημόσιο
χρέος.
Η
Ελλάδα
αναμένεται
να
αποπληρώσει
τα
δάνεια
που
χορηγήθηκαν
στο
πλαίσιο
του
πρώτου
από
τα
τρία
προγράμματα
διάσωσης
της
κρίσης
χρέους
έως
το
2031.
Οι
πληρωμές,
οι
οποίες
θα
γίνονται
σε
ετήσιες
αυξήσεις
των
5
δισ.
ευρώ
θα
επιτρέψουν
στην
Ελλάδα
να
αποπληρώσει
το
χρέος
10
χρόνια
πριν
από
τη
λήξη
των
δανείων,
κάτι
που
αναμένεται
να
βελτιώσει
ακόμη
περισσότερο
το
προφίλ
του.
Σε
αυτό
το
σημείο
αξίζει
να
σημειωθεί
ότι
η
Ελλάδα
αναμένεται
να
διαθέτει
μικρότερο
δημόσιο
χρέος
από
την
Ιταλία
μέχρι
το
2029,
σύμφωνα
με
τις
προβλέψεις
(Fiscal
Monitor)
του
ΔΝΤ,
οι
οποίες
δημοσιοποιήθηκαν
τον
περασμένο
Οκτώβριο,
στο
πλαίσιο
της
Συνόδου
με
την
Παγκόσμια
Τράπεζα.
Το
Ταμείο
προβλέπει
ότι
το
δημόσιο
χρέος της
Ελλάδας
θα
μειωθεί στο
στο
139,4%
του
ΑΕΠ
το
2029
από
159%
φέτος,
ενώ
στη
γειτονική
Ιταλία
θα
ανέλθει
στο
142,3%
του
ΑΕΠ
από
136,9%
φέτος.
Οι
δύο
χώρες
αναμένεται
να
είναι
σχεδόν
ισόπαλες
το
2028
με
την
Ελλάδα
να
σημειώνει
ποσοστό
της
τάξης
του
142,3%
και
την
Ιταλία
142%.
Την
ίδια
ώρα,
αξίζει
να
σημειωθεί
ότι
αμέσως
μετά
το
Πάσχα,
ΕΛΣΤΑΤ
και
Eurostat
αναμένεται
να
ανακοινώσει
τα
στοιχεία
για
το
πρωτογενές
και
το
δημοσιονομικό
αποτέλεσμα
αλλά
και
το
δημόσιο
χρέος
για
το
2024.
Σύμφωνα
με
πληροφορίες,
το
δημόσιο
χρέος
αναμένεται
να
είναι
πάνω
από
150%
του
ΑΕΠ
από
163,9%
το
2023,
με
την
επίσημη
πρόβλεψη
για
δημόσιο
χρέος
ναι
είναι
στο
154%
του
ΑΕΠ.
Μετά
το
Πάσχα
η
μέτρηση
για
το
Δημόσιο
Χρέος
Το
δημόσιο
χρέος
της
Ελλάδας,
που
είναι
σήμερα
το
υψηλότερο
στην
ευρωζώνη,
αναμένεται
να
«πέσει»
κοντά
στο
135%
του
ΑΕΠ
μέχρι
το
2027.
Είναι
σημαντικό
ότι
το
70%
του
ελληνικού
δημόσιου
χρέους
βρισκόταν
στα
χαρτοφυλάκια
του
ξένου
επίσημου
τομέα
στα
τέλη
του
2024,
ως
αποτέλεσμα
των
συμφωνιών
αναδιάρθρωσης
κατά
την
εποχή
της
κρίσης.
Αυτό
το
τμήμα
του
χρέους
είναι
κλειδωμένο
σε
αρκετά
χαμηλά
επιτόκια
(πολύ
χαμηλότερα
από
αυτά
της
αγοράς),
διαμορφώνοντας
ένα
χαμηλό
πραγματικό
επιτόκιο
εξυπηρέτησης
του
χρέους.
Επιπλέον,
το
χαρτοφυλάκιο
του
ελληνικού
χρέους
χαρακτηρίζεται
από
πολύ
μεγάλη
μέση
ωρίμανση,
η
οποία
υπολογιζόταν
στα
18,8
χρόνια
στα
τέλη
του
2024.
Ακόμα
και
αν
συμπεριληφθούν
οι
αναβαλλόμενες
πληρωμές
τόκων
των
δανείων
του
EFSF,
το
μέσο
πραγματικό
επιτόκιο
το
2024
(σε
ταμειακή
βάση)
ήταν
μόλις
1,73%.
Εάν
αυτό
συγκριθεί
με
το
μέσο
επιτόκιο
της
αγοράς
για
τα
10ετή
ομόλογα,
το
οποίο
διαμορφώθηκε
στο
3,4%
το
ίδιο
έτος,
προκύπτει
ότι
η
Ελλάδα
απολαμβάνει
διαθέτει
μια
ευχέρεια
της
τάξης
του
1,67%
και
αναδεικνύει
τις
τεράστιες
εξοικονομήσεις
στο
κόστος
εξυπηρέτησης
του
χρέους.
Σύγκριση
και
επαγρύπνηση
Ποια
είναι
όμως
η
συνθήκη
για
το
δημόσιο
χρέος
της
χώρας
μας;
Αναλύοντας
το
Γραφείο
Προϋπολογισμού
της
Βουλής
στοιχεία
της
αγοράς
κρατικών
ομολόγων
της
Ελλάδας
και
άλλων
9
ευρωπαϊκών
χωρών
(Βέλγιο,
Γαλλία,
Γερμανία,
Ιρλανδία,
Ισπανία,
Ιταλία,
Ολλανδία,
Πορτογαλία,
Φινλανδία)
από
το
Α΄
τρίμηνο
του
2004
έως
το
Β΄
τρίμηνο
του
2024
και
συγκρίνοντας
δεδομένα
για
τον
δημοσιονομικό
χώρο
στα
παραπάνω
κράτη
κατά
την
περίοδο
από
το
Α΄
τρίμηνο
του
2016
έως
το
Γ΄
τρίμηνο
του
2024,
το
σημείωμα
διαπιστώνει
ότι
η
Ελλάδα
κατέγραψε
σημαντική
πρόοδο
στο
πεδίο
της
δημοσιονομικής
προσαρμογής,
επιτυγχάνοντας
πρωτογενή
πλεονάσματα
επί
σειρά
ετών
και
μειώνοντας
τον
λόγο
χρέους
προς
ΑΕΠ
κατά
54,8
ποσοστιαίες
μονάδες
από
το
2021.
Ωστόσο,
η
χώρα
βρίσκεται
αντιμέτωπη
με
ένα
μεταβαλλόμενο
ευρύτερο
ευρωπαϊκό
περιβάλλον
το
οποίο
περιλαμβάνει
αυξημένες
ανάγκες
αμυντικών
δαπανών,
δασμούς
και
οξυμένη
γεωπολιτική
αβεβαιότητα.
«Η
δημοσιονομική
επίδοση
της
Ελλάδας
υπήρξε
εντυπωσιακή,
αλλά
οι
τελευταίες
εξελίξεις
στην
Ευρώπη
επιβάλλουν
διαρκή
επαγρύπνηση»,
σημείωσαν
πρόσφατα
οι
επικεφαλής
του
Γραφείου
κ.
Κοντονίκας
και
Τσουκαλάς.
Πηγή:
OT