ΓΣΕΕ: Άνιση η ευημερία στην Ελλάδα – «Αγκάθι» οι χαμηλές αποδοχές των μισθωτών

Την
άνιση
κατανομή
της
ευημερίας
στην
Ελλάδα
διέκρινε
η
Ενδιάμεση
Έκθεση
2024
του
Ινστιτούτο
Εργασίας
της
ΓΣΕΕ
για
την

ελληνική
οικονομία
και
την
απασχόληση
.

Παρά
το
γεγονός
ότι
η
κατανάλωση
εξακολουθεί
να
αποτελεί
τον
πρωταρχικό
προσδιοριστικό
παράγοντα
της
οικονομικής
δραστηριότητας
και
η
εξέλιξη
του
πραγματικού

ΑΕΠ

της
ελληνικής
οικονομίας
το
2024
κυμάνθηκε
σε
υψηλότερο
επίπεδο
από
τον
ευρωπαϊκό
μέσο
όρο,
το
εισόδημα
των
μισθωτών
έχει
μικρή
συμβολή
στη
μεταβολή
του
ακαθάριστου
εισοδήματος
των
νοικοκυριών
και
στην
αύξηση
της
κατανάλωσης.

Η
εξέλιξη
του
πραγματικού
ΑΕΠ
της
ελληνικής
οικονομίας
το
2024
κυμάνθηκε
σε
υψηλότερο
επίπεδο
από
τον
ευρωπαϊκό
μέσο
όρο
αλλά…

Ενδεικτικό
είναι,
σύμφωνα
με
την
έκθεση,
ότι
το
2023
οι
πραγματικοί
μισθοί
συνέβαλαν
μόλις
κατά
1%,
τα
εισοδήματα
των
αυτοαπασχολούμενων
κατά
1,76%
και
τα
κέρδη
από
διακράτηση
πλούτου
κατά
1,5%.

Tο
εισόδημα
των
μισθωτών
έχει
μικρή
συμβολή

Χαμηλές
οι
αποδοχές
των
μισθωτών
σύμφωνα
με
την
έκθεση
της
ΓΣΕΕ

Η
Ενδιάμεση
Έκθεση
του
ΙΝΕ
ΓΣΕΕ
στέκεται
επίσης
στην
επίπτωση
του
πληθωρισμού
στο
επίπεδο
ευημερίας
των
πολιτών
συνυπολογίζοντας
τις
ιδιαίτερα
χαμηλές
αποδοχές
των
μισθωτών.
Το
2023
στη
χώρα
μας
το
ύψος
του
μέσου
ετήσιου
προσαρμοσμένου
μισθού
πλήρους
απασχόλησης
ήταν
17.013
ευρώ,
επίδοση
που
αποτελεί
την
τρίτη
χαμηλότερη
μεταξύ
των
26
υπό
εξέταση
κρατών
μελών
της
ΕΕ.

Σύμφωνα
με
την
Έκθεση
είναι
άξιο
λόγου
να
σημειωθεί
ότι
η
χώρα
μας
αποτελεί
το
μοναδικό
από
τα
υπό
εξέταση
κράτη-μέλη
της
ΕΕ
όπου
καταγράφεται
μείωση
του
συγκεκριμένου
μεγέθους
συγκριτικά
με
το
2009.
Η
εξέλιξη
αυτή
οδήγησε
στην
υποβάθμιση
της
θέσης
της
Ελλάδας
από
τη
13η
το
2009
στην
24η
θέση
της
σχετικής
κατάταξης
το
2023.
Τέλος,
σε
όρους
PPS
το
αντίστοιχο
μέγεθος
ανήλθε
στην
Ελλάδα
σε
21.004,
το
χαμηλότερο
επίπεδο
μεταξύ
των
υπό
εξέταση
κρατών-μελών
της
ΕΕ.

Όπως
αναφέρεται
στα
συμπεράσματα
της
έκθεσης,
η
βελτίωση
που
παρουσιάζουν
τα
τελευταία
χρόνια
τα
βασικά
ποσοτικά
μεγέθη
της
αγοράς
εργασίας
συνεχίζεται
και
το
2024.
Ωστόσο,
«αν
και
η
εξέλιξη
αυτή
συμβάλλει
στη
μερική
αντιστάθμιση
των
σημαντικών
απωλειών
που
έχουν
υποστεί
οι
εργαζόμενοι
στη
χώρα
μας
όσον
αφορά
το
βιοτικό
τους
επίπεδο
εξαιτίας
της
οικονομικής
και
της
πληθωριστικής
κρίσης,
η
κατάσταση
στην
αγορά
εργασίας
παραμένει
εύθραυστη»
προειδοποιεί
η
έκθεση.

Συγκεκριμένα,
οι
συμβατικοί
δείκτες
της
απέχουν
ακόμη
σημαντικά
από
τον
ευρωπαϊκό
μέσο
όρο.

Ιδιαίτερα
χαμηλές
οι
αποδοχές
των
μισθωτών

Είναι
ανθεκτική
η
αγορά
εργασίας;

Σε
μια
εποχή
στην
οποία
η
προαγωγή
της
ποιοτικής,
παραγωγικής
και
υψηλής
ειδίκευσης
απασχόλησης
αποτελεί
βασικό
επίδικο
και
συστατικό
της
νέας
βιομηχανικής
πολιτικής
πολλών
κρατών
«η
κλαδική
διάρθρωση
της
απασχόλησης
στη
χώρα
μας
φαίνεται
να
αντικατοπτρίζει
ευρύτερους
μετασχηματισμούς
του
παραγωγικού
της
συστήματος,
οι
οποίοι,
σε
συνδυασμό
με
την
ευελικτοποίηση
των
εργασιακών
σχέσεων,
δημιουργούν
σοβαρά
ερωτηματικά
για
τον
βαθμό
ανθεκτικότητας
της
αγοράς
εργασίας
και
τη
διατηρήσιμη
άνοδο
του
βιοτικού
επιπέδου
των
εργαζομένων»
αναφέρει
η
έκθεση.

Είναι
χαρακτηριστικό,
σύμφωνα
με
τα
συμπεράσματα,
ότι,
«σε
σύγκριση
με
το
γ΄
τρίμηνο
του
2009,
το
γ΄
τρίμηνο
του
2024
το
μερίδιο
των
θέσεων
εργασίας
στον
δευτερογενή
τομέα
παραγωγής
στον
συνολικό
όγκο
της
απασχόλησης
ήταν
χαμηλότερο
κατά
4,7
ποσοστιαίες
μονάδες
(από
21,4%
το
γ΄
τρίμηνο
του
2009
σε
16,7%
το
γ΄
τρίμηνο
του
2024),
ενώ
στον
πρωτογενή
τομέα
κατά
μία
ποσοστιαία
μονάδα
(από
11,2%
σε
10,2%).
Αντίθετα,
το
μερίδιο
των
θέσεων
απασχόλησης
στους
κλάδους
του
τομέα
των
υπηρεσιών
ενισχύθηκε
από
67,4%
το
γ΄
τρίμηνο
του
2009
σε
73,1%
το
γ΄
τρίμηνο
του
2024».

Κλάδοι
υψηλής
τεχνολογίας

Παράλληλα
με
την
υστέρηση
της
απασχόλησης
στον
δευτερογενή
τομέα,
η
ελληνική
οικονομία
καταγράφει
ιδιαίτερα
χαμηλές
επιδόσεις
και
όσον
αφορά
το
ποσοστό
των
εργαζομένων
που
απασχολούνται
σε
κλάδους
υψηλής
τεχνολογίας
στο
σύνολο
της
απασχόλησης.
Ειδικότερα,
«στην
Ελλάδα
το
ποσοστό
αυτό
το
2023
ανήλθε
στο
3,4%,
τιμή
που,
αν
και
αυξημένη
συγκριτικά
με
το
2009
και
το
2019,
είναι
η
δεύτερη
χαμηλότερη
στο
σύνολο
των
κρατών-μελών
της
Ε.Ε.».

Αξίζει,
επίσης,
να
σημειωθεί
ότι
«το
ποσοστό
των
ατόμων
που
απασχολούνταν
το
2023
στην
Ελλάδα
σε
μεταποιητικούς
κλάδους
υψηλής
τεχνολογίας
ανήλθε
μόλις
στο
0,8%
του
συνόλου
των
απασχολουμένων,
ποσοστό
που
κατατάσσει
τη
χώρα
μας,
μαζί
με
τη
Ρουμανία
και
την
Κροατία,
στην
πέμπτη
θέση
από
το
τέλος
μεταξύ
των
κρατών-μελών
της
Ε.Ε..
Αντίστοιχα,
το
2023
το
ποσοστό
των
εργαζομένων
που
είχαν
μια
θέση
εργασίας
σε
υπηρεσίες
υψηλής
τεχνολογίας
και
έντασης
γνώσης
αντιστοιχούσε
στο
2,6%
του
συνόλου
της
απασχόλησης,
το
δεύτερο
χαμηλότερο
στην
Ε.Ε.».

H
ελληνική
οικονομία
καταγράφει
ιδιαίτερα
χαμηλές
επιδόσεις
και
όσον
αφορά
το
ποσοστό
των
εργαζομένων
που
απασχολούνται
σε
κλάδους
υψηλής
τεχνολογίας

Οι
επενδύσεις

Οι
πραγματικές
επενδύσεις
ως
ποσοστό
του
ΑΕΠ
εξακολουθούν
να
είναι
από
τις
χαμηλότερες
στην
ΕΕ,
ενώ
το
γ΄
τρίμηνο
του
2024
έμειναν
στάσιμες.

Αναφορικά
με
το
είδος
των
επενδύσεων,
η
μεγαλύτερη
ποσοστιαία
αύξηση
εντοπίζεται
στις
επενδύσεις
σε
κατοικίες.

Σε
συνδυασμό
με
τις
λοιπές
κατασκευές,
το
α΄
εξάμηνο
του
2024,
οι
επενδύσεις
αυτές
αντιστοιχούσαν
στο
5,2%
του
ΑΕΠ.
Στο
ίδιο
διάστημα,
υψηλότερες
ήταν
οι
επενδύσεις
σε
μηχανολογικό
εξοπλισμό
και
οπλικά
συστήματα
(6,2%
του
ΑΕΠ),
ενώ
χαμηλές
ήταν
οι
επενδύσεις
σε
προϊόντα
διανοητικής
ιδιοκτησίας
(2,4%
του
ΑΕΠ),
οι
οποίες
αποτελούν
κρίσιμο
μέγεθος
για
την
ποιοτική
αναβάθμιση
του
εγχώριου
παραγωγικού
ιστού.

Αυξανόμενο
εμπορικό
έλλειμμα

Έλλειμμα
στο
ισοζύγιο
τρεχουσών
συναλλαγών

Στο
μεταξύ,
η
μεγάλη
αύξηση
των
εισαγωγών
διατήρησε
το
έλλειμμα
στο
ισοζύγιο
τρεχουσών
συναλλαγών
σε
πολύ
υψηλό
επίπεδο,
παρά
τη
βελτίωση
στο
ισοζύγιο
ενέργειας.
Τη
μεγαλύτερη
αρνητική
επίδραση
σε
αυτή
την
εξέλιξη
είχε
το
ισοζύγιο
ενδιάμεσων
προϊόντων,
το
οποίο
το
α΄
εξάμηνο
του
2024
διευρύνθηκε
κατά
932
εκατ.
ευρώ
έναντι
του
α΄
εξαμήνου
του
2023
και
επιπλέον
κατά
425
εκατ.
ευρώ
το
γ΄
τρίμηνο
σε
ετήσια
βάση.

Το
αυξανόμενο
εμπορικό
έλλειμμα
είναι
αποτέλεσμα
της
μεγάλης
εξάρτησης
της
εγχώριας
παραγωγής
από
εισαγόμενα
ενδιάμεσα
προϊόντα,
η
οποία
με
τη
σειρά
της
αναδεικνύει,
αφενός,
τη
σοβαρή
διαρθρωτική
ανεπάρκεια
του
παραγωγικού
συστήματος
και,
αφετέρου,
την
επιτακτική
ανάγκη
σχεδιασμού
μιας
σύγχρονης
βιομηχανικής
πολιτικής.

Το
γεγονός
ότι
δεν
σημειώνεται
κάποιος
ουσιαστικός
μακροοικονομικός
και
παραγωγικός
μετασχηματισμός
αποτελεί
ένδειξη
αδυναμίας
διαμόρφωσης
συνθηκών
διατηρήσιμης
δυναμικής
ανθεκτικότητας
και
βιωσιμότητας
της
οικονομίας.

Αφήστε μια απάντηση