
Ο Σαρλ
Μεσιέ (Charles
Messier, 26
Ιουνίου 1730 – 12
Απριλίου 1817)
ήταν Γάλλος αστρονόμος,
γνωστός
κυρίως
από
τη
σύνταξη
του
πρώτου ομώνυμου αστρονομικού
καταλόγου ουράνιων
σωμάτων
του
«βαθέος
ουρανού»
(έξω
από
το
Ηλιακό
Σύστημα),
όπως νεφελώματα, γαλαξίες και αστρικά
σμήνη.
Τα
μέλη
του
καταλόγου
αυτού,
που
φέρουν
αύξοντα
αριθμό
προτασσομένου
του
λατινικού
γράμματος
«Μ»,
είναι
πλέον
γνωστά
συλλογικά
(ιδίως
στους ερασιτέχνες
αστρονόμους)
ως
τα
103
από
τα
αρχικά
45
«αντικείμενα
του
Μεσιέ»
(M-objects).
Ο
σκοπός
της
δημιουργίας
του
καταλόγου
ήταν
να
βοηθήσει
«κυνηγούς» κομητών,
όπως
ήταν
και
ο
ίδιος,
και
άλλους
παρατηρητές
των
ουρανών
να
διακρίνουν
τα
μόνιμα
από
τα
παροδικά
μη
σημειακά
σώματα.
Η
ζωή
του
Μεσιέ
Ο
Μεσιέ
γεννήθηκε
στο
Μπαντονβιγέ
(Badonviller)
της
γαλλικής
επαρχίας
της Λωρραίνης και
ήταν
το
δέκατο
από
τα
12
παιδιά
του χωροφύλακα Νικολά
Μεσιέ
και
της
Φρανσουάζ,
το
γένος
Γκρανμπλαίζ
(Grandblaise).
Από
τα
αδέλφια
του
τα
6
πέθαναν
σε
μικρή
ηλικία
και
το 1741,
απεβίωσε
και
ο
πατέρας
του.
Το
ενδιαφέρον
του
Σαρλ
στην
Αστρονομία
δημιουργήθηκε
από
την
εμφάνιση
ενός
μεγάλου
κομήτη
με
6
ουρές
το 1744 και
από
μια
δακτυλιοειδή έκλειψη
Ηλίου ορατή
από
το
Μπαντονβιγέ
στις 25
Ιουλίου 1748.
Το 1751 προσλήφθηκε
από
τον Ζοζέφ-Νικολά
Ντελίλ,
αστρονόμο-χαρτογράφο
του γαλλικού
πολεμικού
ναυτικού,
ο
οποίος
τον
δίδαξε
να
κρατά
προσεκτικά
αρχεία
των
παρατηρήσεών
του.
Η
πρώτη
καταγεγραμμένη
παρατήρηση
του
Μεσιέ
ήταν
εκείνη
της διαβάσεως του
πλανήτη
Ερμή
στις 6
Μαΐου 1753.
Το
1764
ο
Μεσιέ
ανακηρύχθηκε
μέλος
της Βασιλικής
Εταιρείας (το
αντίστοιχο
των
Ακαδημιών
στη
Μ.
Βρετανία),
ενώ
στις 30
Ιουνίου 1770 εκλέχθηκε
μέλος
στη Γαλλική
Ακαδημία
Επιστημών.
Ο
κατάλογός
του
Η
πρώτη
εκδοχή
του
καταλόγου
του
Messier
περιελάμβανε
45
ουράνια
σώματα
και
δημοσιεύθηκε
το 1774 στην
περιοδική
έκδοση
της
Γαλλικής
Ακαδημίας
Επιστημών
στο Παρίσι.
Μέχρι
το 1781,
οπότε
εκδόθηκε
η
τελική
μορφή
του
καταλόγου,
αυτά
είχαν
αυξηθεί
σε
103.
Σε
ανεξάρτητες
μεταξύ
τους
έρευνες
μεταξύ
1921
και
1966,
αστρονόμοι
και
ιστορικοί
ανακάλυψαν
ενδείξεις
άλλων
7
μελών
του
καταλόγου,
τα
οποία
είχαν
παρατηρηθεί
είτε
από
τον
Μεσιέ,
είτε
από
τον
φίλο
και
βοηθό
του Πιέρ
Μεσαίν λίγο
μετά
την
τελική
έκδοση.
Αυτά
τα
7
μέλη
(τα
περισσότερα
είναι
γαλαξίες),
γίνονται
δεκτά
από
πολλούς
αστρονόμους
ως
«επίσημα
αντικείμενα
Μεσιέ»,
με
περισσότερη
αμφισβήτηση
για
το
Μ110.
Οι
χαρακτηρισμοί-ονομασίες
των
σωμάτων
αυτών
με
το
αρχικό
γράμμα Μ (από
το Messier),
ακολουθούμενο
από
τον
αύξοντα
αριθμό
στον
κατάλογο,
χρησιμοποιούνται
ακόμα,
τόσο
από
επαγγελματίες,
όσο
και
από
ερασιτέχνες
αστρονόμους,
ξεκινώντας
από
το M1 στον αστερισμό Ταύρο και
καταλήγοντας
στον
μικρό
ελλειπτικό
γαλαξία M110,
στον
αστερισμό Ανδρομέδα.
Ο
κατάλογος
δεν
είναι
επιστημονικά
οργανωμένος
κατά
είδος
ουράνιου
σώματος
ή
κατά
θέση
στην
ουράνια
σφαίρα
(όπως
ο
μεταγενέστερος Νέος
Γενικός
Κατάλογος).
Ωστόσο,
ο
κατάλογος
του
Μεσιέ
περιέχει
παραδείγματα
κάθε
γνωστού
είδους
μακρινών
αστρονομικών
στόχων,
όπως
οι γαλαξίες,
τα πλανητικά
νεφελώματα,
τα
ανοικτά
και
σφαιρωτά αστρικά
σμήνη.
Επειδή
όλα
αυτά
τα
ουράνια
σώματα
ήταν
ορατά
με
το
μικρού
διαμετρήματος τηλεσκόπιο (περίπου
102 mm)
που
χρησιμοποιούσε
ο
Μεσιέ
για
να
μελετήσει
τον
ουρανό,
τα
«αντικείμενα
Μεσιέ»
είναι
θεαματικά
και
ιδιαιτέρως
δημοφιλή
στους
κύκλους
των
σύγχρονων ερασιτεχνών
αστρονόμων,
οι
οποίοι
συχνά
χρησιμοποιούν
ισχυρότερα
τηλεσκόπια
και
γενικά
πολύ
καλύτερο
εξοπλισμό
από
ό,τι
ο
Μεσιέ.
Επιπλέον,
σχεδόν
όλα
τα
ουράνια
σώματα
του
Μεσιέ
είναι
ανάμεσα
στα
πλησιέστερα
στη
Γη
για
τις
αντίστοιχες
κατηγορίες
στις
οποίες
ανήκουν,
γεγονός
που
τα
καθιστά
ενδιαφέροντα
στην
έρευνα
με
επαγγελματικά
όργανα,
που
σήμερα
μπορούν
να
διακρίνουν
πολύ
μικρές
και
θεαματικές
λεπτομέρειές
τους.
Πρέπει
και
πάλι
να
τονισθεί
ότι
πολλά
από
τα
μέλη
του
καταλόγου
του
Μεσιέ
ανακαλύφθηκαν
από
τον
βοηθό
του Πιέρ
Μεσαίν.