ΟΟΣΑ: Ωρολογιακή βόμβα τα συστήματα υγείας [γράφημα]

Το καμπανάκι του συναγερμού για την κατάσταση των Συστημάτων Υγείας των πλούσιων κρατών-μελών του ΟΟΣΑ χτύπησε με έκθεσή του γι’ άλλη μια φορά ο διεθνής Οργανισμός. Έπειτα από τα πρωτοφανούς απαιτητικότητας stress test στα οποία υποβλήθηκαν τα «ΕΣΥ» τα χρόνια της έξαρσης της πανδημίας – δίχως να ανταποκριθούν ως όφειλαν – ο ΟΟΣΑ προβλέπει εκτίναξη των δαπανών για την υγεία τα επόμενα χρόνια. Όμως παρά την αύξηση των κονδυλίων για διάφορους λόγους – με πρώτο το δημογραφικό – τα Συστήματα θα παραμείνουν υποχρηματοδοτημένα.

Το μείζον για την ευημερία των 1,38 δισεκατομμυρίων πολιτών που διαβιούν στις ανεπτυγμένες χώρες (ιδιαίτερα τυχερών αν συγκριθούν με τα 6,6 δισ. που ζουν στις κατ’ ευφημισμόν καλούμενες «αναπτυσσόμενες») είναι η διατήρηση του κοινωνικού κράτους και η διασφάλιση του επιπέδου ζωής που κατέκτησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια ματιά στο γράφημα που δημοσιοποίησε ο ΟΟΣΑ δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, τουλάχιστον υπό καθεστώς έντονων πληθωριστικών πιέσεων σαν τις σημερινές.

Είναι προφανές ότι τα δημόσια συστήματα υγείας θα συμπιεστούν από άποψη πόρων, αν και λιγότερο από τις άλλες δημόσιες υπηρεσίες (εκπαίδευση, συγκοινωνίες, δημόσια έργα, προστασία του περιβάλλοντος, όπως εξάλλου και η άμυνα των χωρών), όπου η υποχρηματοδότηση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη. Το ζήτημα των προβλημάτων χρηματοδότησης των συστημάτων Υγείας των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ θα τεθεί επί τάπητος στο υπουργικό φόρουμ που θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου, στην έδρα του Οργανισμού στο Παρίσι.

«Σε παγκόσμιο επίπεδο σε ό,τι αφορά τις χρηματοδοτήσεις βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ωρολογιακή βόμβα», δηλώνει ο Κρις Τζέιμς, ένας από τους οικονομολόγους του ΟΟΣΑ με αρμοδιότητα θέματα της Υγείας. «Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά τα προβλήματα του προϋπολογισμού για την υγεία οξύνονται κυρίως εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού, της αύξησης του αριθμού των συνταξιούχων, αλλά και εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής», τόνισε ο αξιωματούχος του ΟΟΣΑ.

Το ένα πέμπτο των εθνικών προϋπολογισμών

Με τον προβλεπόμενο ρυθμό αύξησης των δαπανών για την υγεία, το ποσοστό ως προς το ΑΕΠ των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ θα φθάσει στο 20,6% των εθνικών προϋπολογισμών το έτος 2040 κατά μέσον όρο. Αλλά ενώ θα αυξηθεί αισθητά ο αριθμητής του κλάσματος, θα αυξηθεί πολύ περισσότερο ο παρονομαστής (οι ασφαλισμένοι). Έτσι η υποβάθμιση των συστημάτων πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Πέρα από την ανεπαρκή χρηματοδότηση, όμως, θα προκύψουν και άλλα επείγοντα ζητήματα στα συστήματα Υγείας. Τις πρώτες ημέρες του 2024 η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας είχε σημάνει συναγερμό για την έλλειψη εργατικών χεριών στον κλάδο. «Οι συνέπειες της έλλειψης προσωπικού στο χώρο της υγείας θα είναι οι μεγάλες καθυστερήσεις και αναμονές για την πραγματοποίηση εξετάσεων ακόμα και σε επείγοντα περιστατικά», υπογράμμισε η ΔΟΕ.

«Προφανώς βρισκόμαστε ενώπιον μιας υποβάθμισης της ποιότητας της ιατρικής φροντίδας των ασφαλισμένων. Ακόμα κι αν ο αριθμός των γιατρών και των νοσηλευτών αυξηθεί στις πλούσιες χώρες, η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης για ιατρική φροντίδα θα δημιουργήσει πολύ άγχος και υπερκόπωση στους εργαζόμενους στον κλάδο. Τα χρήματα δεν θα επαρκούν για να προσληφθούν νέοι επιστήμονες», επιβεβαίωσε ο Κρις Τζέιμς του ΟΟΣΑ.

Ελάχιστα περιθώρια χειρισμών

«Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι οι κυβερνήσεις διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια χειρισμών για να χρηματοδοτήσουν μια ικανοποιητική αύξηση των δαπανών για την Υγεία», σημειώνει ο αξιωματούχος του Οργανισμού. Και εξηγεί ότι αυτό συμβαίνει λόγω του δημοσιονομικού κορσέ που έχουν ενδυθεί πολλές χώρες του ΟΟΣΑ.

«Μια λύση θα ήταν να καταφύγουν οι κυβερνήσεις σε δανεισμό ή σε αύξηση της φορολόγησης για την χρηματοδότηση των αυξανόμενων αναγκών για την Υγεία, αλλά η επιλογή αυτή αποκλείεται από ένα μεγάλο αριθμό κρατών-μελών», παραδέχθηκε ο Κρις Τζέιμς.

«Η πρόκληση για τις κυβερνήσεις είναι μεγάλη, διότι η προγραμματιζόμενη αύξηση των δαπανών για την Υγεία βρίσκεται σε σχέση ανταγωνιστική με άλλες προτεραιότητές τους, όπως είναι η στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στον πληθωρισμό, η οικολογική μετάβαση, το κόστος της ενέργειας και οι δαπάνες για την Άμυνα… Θα πρέπει αναγκαστικά να γίνονται συμψηφίσεις», σημειώνει ο ρεπόρτερ της γαλλικής «Les Echos» Ρισάρ Ιό.

Η σχέση ποιότητας/τιμής

Για τον ΟΟΣΑ πάντως πρωταρχική σημασία έχει η βελτίωση της σχέσης ποιότητας/τιμής σε ό,τι αφορά την παροχή υπηρεσιών για την υγεία. «Είναι επιτακτικό να γίνουν οικονομίες περιορίζοντας τις αναποτελεσματικές και άχρηστες δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα να εκμεταλλευθούν οι κυβερνήσεις τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας και της ψηφιακής μετάβασης», σημειώνει ο Οργανισμός στην έκθεσή του.

Στην έκθεση εκτιμάται ότι η μείωση κατά το ήμισυ αυτών των αναποτελεσματικών και άχρηστων δαπανών θα μπορούσε να εξοικονομήσει στις κυβερνήσεις έως το 1,2% του ΑΕΠ. Τα κονδύλια που θα εξοικονομούνταν θα μπορούσαν να διοχετευθούν για την αύξηση των συνολικών δαπανών για την υγεία.

Κατά τον Κρις Τζέιμς, «οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν χρήματα μέσω της ορθολογικοποίησης του ρόλου των επαγγελματιών της Υγείας». Οι φαρμακοποιοί, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αποκτήσουν περισσότερες και πιο διευρυμένες αρμοδιότητες και πιο ουσιαστικό ρόλο.

Ερωτηθείς αν βλέπει να δημιουργείται τα επόμενα χρόνια ένα χάσμα μεταξύ των υποβαθμιζόμενων ποιοτικά δημοσίων υπηρεσιών υγείας και των ακριβότερων αλλά πιο αποτελεσματικών ιδιωτικών υπηρεσιών, που θα αφορούν μόνο τους πιο ευκατάστατους πολίτες, ο Κρις Τζέιμς είπε ότι αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο πρέπει να απασχολήσει όσους ασκούν δημόσια εξουσία. «Δεν βρισκόμαστε ακόμα σ’ αυτό το σημείο, αλλά ο κίνδυνος να φθάσουμε εκεί είναι υπαρκτός», είπε ο αξιωματούχος του ΟΟΣΑ.

Πηγή ΟΤ

Αφήστε μια απάντηση